|
ΟΙ ΤΕΣΣΕΡΙΣ ΣΥΓΚΑΤΟΙΚΟΙ
Κάποτε ήταν ένας νοικοκύρης μέσα στο σπίτι του. Το σπίτι του είχε άλλα τρία άτομα. Έναν όμοιό του, και δύο ανόμοιους με εκείνον. Ο νοικοκύρης όμως δεν μπορούσε εμφανισιακά να ξεχωρίσει ποιός από τους τρεις είναι ο καθένας. Μοιάζανε όλοι ίδιοι. Μέσα στην τετράδα καθημερινοί καυγάδες και προβλήματα. Μα ποτέ ο νοικοκύρης δεν μπορούσε να εντοπίσει την αιτία. Κάποια στιγμή κατάλαβε ότι η αιτία των καυγάδων ήταν απλά η ανομοιότητα των τεσσάρων συγκατοίκων. Ούτε οι μεν, ούτε οι δε, μπορούσαν να επωμισθούν το λάθος. Δεν υπήρχε λάθος. Υπήρχε ανομοιότητα. Ο νοικοκύρης του σπιτιού σκέφτηκε πώς χρειάζεται να επέμβει, ώστε να σταματήσουν οι κουραστικοί καυγάδες που φέρνανε διχασμό: "Χρειάζεται να βρω ποιοί ξεκινούν, ποιοί τρέφουν τους καυγάδες!" Μάταια όμως. Υπήρχε πάντα η δράση και η αντίδραση. Κάποιος έλεγε μια εριστική κουβέντα και κάποιος απαντούσε με γαλήνη. Ο εριστικός θύμωνε που δεν έπαιζε ο άλλος το παιχνίδι του μέσα σε έναν καυγά: "Σε βρίζω όλη μέρα και εσύ μου απαντάς με γαλήνη και φαίνεσαι λες και με συμπονάς με νιώθεις με καταλαβαίνεις, μα ίδιος με εμένα δεν γίνεσαι. Πόσο ακόμα να σε ενοχλήσω, πόσο ακόμα να σε βρίσω, ώστε να αρχίσεις να με βρίζεις και εσύ;". Και ο άλλος αποκρίθηκε: " Μα δεν το κατάλαβες ακόμα φίλε μου; Κάθε μέρα σε βρίζω, κάθε μέρα σε δέρνω, κάθε μέρα σε ζορίζω. Κάθε φορά που εσύ περιμένεις από εμένα να σε αποκαλέσω με άσχημη λέξη προσπαθώντας να σε πληγώσω όπως εσύ το ίδιο κάνεις σε εμένα, εγώ σου απαντώ με ένα γλυκόλογο. Σου απαντώ με κατανόηση και υπομονή, με μια ηρεμία ψυχής, ανέγγιχτη από αναστάτωση. Και αυτό τελικά σε ενοχλεί περισσότερο από ο,τι εάν σε έβριζα. Ίσως επειδή στο παιχνίδι του καυγά μας, δεν υποκύπτω και δεν αφομοιώνομαι, δεν βιάζω τη φύση μου δεν την μετατρέπω σε έναν εριστικό άνθρωπο. Από την άλλη βλέπω ούτε εσύ αποφασίζεις να γίνεις γαλήνιος. Βλέπεις λοιπόν ότι δεν υπάρχει ανάμεσά μας νικητής. Γιατί επιμένεις λοιπόν στον καθημερινό καυγά;" Και ο εριστικός απαντάει με ένα γέλιο ικανοποίησης: "Από τον καυγά θρέφομαι! Γιατί η ελπίδα σου για αρμονία και γαλήνη, παραβιάζει τα δικά μου δικαιώματα για πόλεμο και καυγά. Ακόμα και ο Χριστός όταν θεράπευε κάποιον, έπειτα του έλεγε Η ΠΙΣΤΗ ΣΟΥ ΣΕ ΕΣΩΣΕ! Δεν θα με μετατρέψεις σε γλυκομίλητο άνθρωπο ποτέ, εκτός μόνον εάν στο επιτρέψω εγώ, δεν θα κερδίσεις ποτέ, μόνον εάν στο επιτρέψω εγώ.» Και ο γαλήνιος συγκάτοικος με μια βιβλική ηρεμία στο πρόσωπό του, με ένα χαμόγελο μητρικό και πατρικό ταυτόχρονα, απάντησε με μια λέξη: "Ακριβώς!"
Αυτό ισχύει για όλους! Κάποτε ήταν ένας νοικοκύρης μέσα στο σπίτι του. Το σπίτι του είχε άλλα τρία άτομα. Έναν όμοιό του, και δύο ανόμοιους με εκείνον. Ο νοικοκύρης όμως δεν μπορούσε εμφανισιακά να ξεχωρίσει ποιός από τους τρεις είναι ο καθένας. Μοιάζανε όλοι ίδιοι. Μέσα στην τετράδα καθημερινοί καυγάδες και προβλήματα. Μα ποτέ ο νοικοκύρης δεν μπορούσε να εντοπίσει ποιος είναι όμοιος με ποιόν: «Χρειάζεται να βρω τα όμοια και να τα περιορίσω, να έχουμε ο καθένας τον χώρο μας. Κατάλαβα ότι μόνον η απόσταση ανάμεσα στις δύο ομάδες, μπορεί να σταματήσει αυτό το καθημερινό ολοκαύτωμα, αυτόν τον καθημερινό βιασμό ψυχών, αυτήν την παραβίαση ανθρώπινων δικαιωμάτων. Άλλοτε από τους μεν και άλλοτε από τους δε. Μα πώς θα αναγνωρίσω ποιος είναι στην κάθε ομάδα; Χρειάζεται να εντοπίσω εκείνον που νιώθω καλύτερα μαζί του».
Αρχικά τον πλησιάζει ένας από τους τρεις και αρχίζει να του μιλάει με λόγια γλυκά, που θύμιζαν λόγια γαλήνης. «Λες να είναι αυτός ο όμοιός μου;» αναρωτιέται ο νοικοκύρης. Μετά από μέρες, ο δήθεν γλυκομίλητος, του έβαλε τρικλοποδιά, και ο νοικοκύρης σωριάστηκε στο πάτωμα, με πόνο στην καρδιά. «Δεν ήσουν εσύ τελικά ο όμοιός μου. Το πρόσωπό σου έκρυβες καλά τόσο καιρό, μα τελικά τίποτα δεν κρύβεται από τον ήλιο, όλα στο τέλος αποκαλύπτονται. Ούτε που το είχα σκεφτεί ότι μπορεί να μην ήσουν εσύ ο όμοιος, σου φέρθηκα όπως θα φερόμουν στον αληθινά όμοιό μου. Τώρα απλά φύγε από μπροστά μου, διότι χρειάζεται να αναγνωρίσω τους άλλους δύο συγκατοίκους μας.»
Και τότε πλησιάζει τον νοικοκύρη ο δεύτερος συγκάτοικος. Τον βρίζει πατόκορφα, του βάζει τρικλοποδιές, σε όλα διαφωνεί μαζί του, συνεχώς τον πληγώνει και τον κάνει να νιώθει σαν φυτό, ανήμπορος να προσπαθήσει να ζήσει αληθινά και γεμάτα. Πεσμένος στον πάτωμα για άλλη μια φορά ο νοικοκύρης με πόνο στην καρδιά, καταφέρνει και σηκώνεται και στέκεται και πάλι στα πόδια του στο ύψος του, στο ύψος της δικιάς του ψυχής, με τα δικά του μέτρα και σταθμά. «Ούτε εσύ ήσουν τελικά ο όμοιός μου. Απλά φύγε, διότι η γαλήνη μου θα δεις ότι σου είναι άχρηστη, διότι δεν τροφοδοτεί τον πολυπόθητο για εσένα καυγά σου.» Και έτσι έφυγε και ο δεύτερος συγκάτοικος.
Οι συγκάτοικοι ανακατεύτηκαν και λόγω της εξωτερικής ομοιότητάς τους, κάνανε τον νοικοκύρη να χάσει το μέτρημα. «Άραγε ο επόμενος που θα με πλησιάσει, θα είναι ο όμοιός μου; Θα μπορούσε να είναι ένας πάλι από τους άλλους δύο που έρχεται να με κοροϊδέψει ώστε να εισπράξει καυγά. Μα εγώ με ανοιχτή αγκαλιά θα υποδεχτώ εκείνον που θα μου θυμίζει περισσότερο το όμοιό μου, εκείνον που θα θυμίζει περισσότερο εκείνα που ευφραίνουν την καρδιά μου. Και ας αποδειχτεί πιθανόν στο τέλος και πάλι ένας ανόμοιος υποκριτής. Προτιμώ να ρισκάρω, παρά να αρχίσω να διώχνω όσους μου φέρονται οικία, διότι μπορεί έτσι να διώξω με την καχυποψία μου και τον αληθινά όμοιό μου. Από εδώ και πέρα όμως, δεν θα κάνω υπομονή με εκείνους που από την πρώτη στιγμή μου φέρονται έτσι ώστε να με μετατρέπουν σε φυτό να με ρίχνουν σε κατάθλιψη.»
Και τότε ήρθε ένας τρίτος και πλησίασε τον νοικοκύρη και τον έβριζε με τα χειρότερα, διψώντας για καυγά. Μα ο νοικοκύρης αυτή τη φορά αμέσως τον έδιωξε από μπροστά του. «Η βοήθεια που μου ζητάς είναι η παρέα μου. Η βοήθεια που μου ζητάς, είναι να κάτσω να φάω ξύλο και ίσως και να σου προσφέρω ξύλο. Δεν μοιάζεις στο όμοιό μου ούτε στο ελάχιστο. Και αν αληθινά νοιάζομαι για εσένα, δεν θα σου φερθώ με θυμό, διότι απλά θα θρέψω την αστείρευτη δίψα σου για καυγά, που όσο εισπράττει καυγά, άλλο τόσο η δίψα σου γίνεται ακόμα μεγαλύτερη. Ούτε θα σου φερθώ με γαλήνη, διότι αυτό θα σε πονέσει πολύ, θα σε πληγώσει, και όσο σε πληγώνω, σε κάνω χειρότερα να θυμώνεις και μεγαλώνεις τη δίψα σου άλλο τόσο για καυγά. Δεν έρχεσαι να μου ζητήσεις τη βοήθεια που μπορώ να σου προσφέρω. Προσφέρω το δικό μου είδος γαλήνης και εσύ δεν το θέλεις βλέπω. Οπότε απλά φύγε, οπότε απλά φεύγω.» Και θυμωμένος ο άλλος συγκάτοικος αναφωνεί στον νοικοκύρη: «Μα εσύ λες ότι η ειλικρίνεια είναι ένα από τα μεγάλα ιδανικά της ψυχής σου και ότι αρέσκεσαι στην ειλικρίνεια. Ο άλλος ήρθε ύπουλα και σου παρίστανε τον όμοιό σου. Σου είπε ψέματα, ήταν ανειλικρινής η κάθε του κίνηση. Εγώ από την πρώτη στιγμή σου έδειξα με ειλικρίνεια ποιος είμαι. Κι εσύ μου φέρθηκες έτσι! Με πέταξες αμέσως, με έδιωξες.» Και ο νοικοκύρης αποκρίθηκε. «Η ειλικρίνειά σου βοήθησε και τους δυο μας να γλιτώσουμε χρόνο και πόνο. Αμέσως φάνηκε η ανομοιότητά μας. Με τον άλλον υποκριτή συγκάτοικο, πονέσαμε για πολύ καιρό. Ο υποκριτής έθρεφε κρυφά τη δίψα του και την έκανε καθημερινά και μεγαλύτερη δίχως να το αντιληφθώ, ο συγκάτοικος πονούσε. Εγώ για πολύ καιρό ένιωθα γαλήνη διότι ξεγελάστηκα και νόμιζα ότι είχα δίπλα μου το όμοιό μου. Και η ημέρα της αποκάλυψης της μάσκας του, με διέλυσε. Πάνε λοιπόν και βρες έναν όμοιό σου. Έναν να σε βρίζει κάθε μέρα με τα χειρότερα λόγια και άσε με εμένα στην ησυχία μου και στην πίστη μου ότι το όμοιό μου υπάρχει και θα το συναντήσω.»
Συνέχεια ο νοικοκύρης ερχόταν και αγκάλιαζε όποιον του ζητούσε αγκαλιά και του θύμιζε το όμοιό του και συνέχεια απογοητευόταν με την εκάστοτε επιλογή, μα ποτέ δεν έχανε την πίστη του ότι ο επόμενος που θα αγκαλιάσει, θα είναι τελικά ο όμοιός του. Μετά από καιρό ο νοικοκύρης ήρθε πρόσωπο με πρόσωπο με τον όμοιό του! Ο νοικοκύρης δεν γνώριζε ότι είχε επιτέλους συναντηθεί με τον όμοιό του. Άνοιξε και πάλι την αγκαλιά του όπως πάντα. Και από τότε, δεν τον έβγαλε μέσα από την αγκαλιά του… Φανταστείτε ότι ο πλανήτης Γη είναι το σπίτι. Πάνω στον πλανήτη υπάρχουν πάρα πολλοί συγκάτοικοι. Όλοι ψάχνουν για τα όμοιά τους. Και για τον κάθε κάτοικο είναι πολλά τα όμοιά του, είναι πολύ περισσότερα από ένα. Οπότε η αγκαλιά του νοικοκύρη, μπορεί να βρήκε έναν όμοιό του, μα παραμένει ανοιχτή και χωράει κάθε αδελφό.
Ποιοι θα μείνουν στο σπίτι; Ο καθένας απλά θα πάει σπίτι του. Ποιοι θα παραμείνουν στον πλανήτη Γη; Όσοι αντέξουν και εκείνοι που θα προσέξουν το σπίτι τους στα επόμενα χρόνια. Διότι όποιος δεν προσέξει το σπίτι του… Το σπίτι πέφτει και τον πλακώνει!
Σε εσένα που βρίζεις όποιον πλησιάζεις. Αν βρεις τον όμοιό σου; Αν βρεις εκείνον που θα σε βρίζει επίσης με τα χειρότερα, που θα σου φέρεται σαν σκουπίδι. Αν βρεις έναν όμοιό σου; Θα σου αρέσει; Θα παραμείνεις μαζί του;
Σε εσένα που βοηθάς να γίνει ακόμα πιο γαλήνιος όποιον πλησιάζεις. Αν βρεις όμοιό σου; Αν βρεις εκείνον που σου προσφέρει χαρά γαλήνη όρεξη για εργασία και σε βοηθά να γίνεσαι ολοένα και πιο δυνατός και να εκφράζεις ολοένα και καλύτερα τα ταλέντα της ψυχής σου. Εκείνον που σε βοηθάει να νιώθεις την ομορφιά της χαράς και της εργασίας, εκείνος που επιβραβεύει την κάθε σου προσπάθεια και σου δίνει όρεξη για περισσότερη δουλειά και διασκέδαση, εκείνος που σε βοηθά να εκτιμάς αυτά που βλέπεις γύρω σου και σε παροτρύνει να τα ομορφύνεις ακόμα περισσότερο. Αν λοιπόν βρεις όμοιό σου; Θα σου αρέσει; Θα παραμείνεις μαζί του;
Αδελφέ μου εσύ που γεννήθηκες αδελφός μου προπάντων των αιώνων, μα τώρα θέλεις να ζεις μακριά από την οικογένεια, θέλεις να είμαστε ξένοι. Αδελφέ μου, ελπίζω σε εκείνη την ημέρα που θα θελήσεις να ξαναγυρίσεις σπίτι. Έως τότε θα είμαι με τα αδέλφια μου αγκαλιά, και θα περνάμε όμορφα με χαρά και εργασία, θα παίζουμε όμορφα. Θυμήσου το σπίτι σου, θυμήσου ποιος είσαι και έλα ως αδελφός μου, έλα και θα σε αγκαλιάσω. Μα για να αγκαλιαστούμε, εσύ θα γίνεις αδελφός, δεν θα γίνω εγώ ο ξένος! Δεν θα μοιάσω σε εσένα διότι θα αποξενωθώ από τον ίδιο μου τον εαυτό και όλα θα μου είναι ξένα.
Οι λέξεις όπως «γαλήνη» και «βρισιά», είναι υποκειμενικές. Για την κάθε ομάδα, άλλα πράγματα και άλλες πράξεις είναι εκείνες που προσφέρουν γαλήνη και άλλα είναι εκείνα που εκλαμβάνονται σαν ανυπόφορες λέξεις που δεν αρέσουν και δεν βοηθούν, όπως οι βρισιές.
Συνεπώς πιθανόν το παραπάνω κείμενο προσαρμόζεται για όλες τις ομάδες. Παντού και όλοι είμαστε νοικοκύρηδες και παντού και όλοι μας είμαστε συγκάτοικοι. Όλοι μας ψάχνουμε για τους ομοίους μας και όλους μας κάποιος μας ψάχνει. Όλοι μας προκαλούμε δυσφορία σε κάποιον άλλον και όλοι μας μπορούμε να προσφέρουμε σε κάποιον γαλήνη.
Η κάθε μέλισσα χρειάζεται να προσέχει το μέλι της και να διώχνει τις μύγες όταν τις αντιληφθεί, που το μυρίζονται από μακριά και έρχονται και κολλάνε επάνω στο μέλι και θρέφονται από αυτό, με μάσκα φίλης μέλισσας αδελφής. Το μολύνουν και το αχρηστεύουν και έπειτα ούτε οι ίδιες οι μύγες δεν το αντέχουν και φεύγουν μακριά μόλις το βρωμίσουν. Και πάνε στο επόμενο μέλι, της επόμενης μέλισσας. Η κάθε μέλισσα να μην επιτρέπει την παραμονή της μύγας, που μόνο μειώνει την ποσότητά του μελιού της και το μολύνει. Να δέχεται την παραμονή εργατριών μελισσών, που έρχονται και θρέφονται από το μέλι, μα οι ίδιες παράγουν ακόμα περισσότερο μέλι έπειτα. Και με αυτό θρέφονται οι ίδιες μα και τα νέα μελισσόπουλα.
Πολύ συμβολική και ταυτόχρονα, ιδιαίτερα ίσως κυριολεκτικά επίκαιρη η τελευταία παράγραφος:
"Μα, πού πήγαν όλες οι μέλισσες; Μοιάζει να μείνανε λίγες… "
_________________
 Όταν έδειχνα σε κάποιους τα αστέρια, εκείνοι κοιτούσαν το δάχτυλό μου...
|